Κεφάλαιο 1 – Το ρολόι
Στις ιστορίες, η γυναίκα που επιστρέφει φοράει κόκκινο φόρεμα.
Κατεβαίνει από ένα μαύρο αυτοκίνητο, η βροχή σταματάει για λίγο να την αφήσει να περάσει, και οι άντρες που κάποτε της έσπασαν τη ζωή πνίγονται με τη σαμπάνια τους. Την ξέρω καλά αυτή την ιστορία. Την είχα πει στον εαυτό μου εκατοντάδες φορές στα δεκαεννιά μου, σε μια κουκέτα στη Ναϊβάσα, με μια κουνουπιέρα για ουρανό κρεβατιού και ένα σαμιαμίδι στο ταβάνι για μοναδικό κοινό.
Εγώ γύρισα με λαστιχένιες μπότες.
Στις φτέρνες είχε μείνει ακόμα κόκκινη λάσπη της Κένυας, και στις πέντε και είκοσι το πρωί καθόμουν στην τέταρτη σειρά μιας αίθουσας δημοπρασιών που μύριζε καφέ, βρεγμένο χαρτόνι και εκατό χιλιάδες τριαντάφυλλα που δεν ήξεραν ακόμα ότι ήταν ήδη νεκρά. Καμία σαμπάνια. Ένα πλαστικό ποτηράκι από το μηχάνημα, με κάτι μέσα που το έλεγαν καφέ όπως λένε λουλούδι ένα ψεύτικο λουλούδι: τυπικά σωστό, αλλά κανείς δεν τσιμπάει.
